Αντί Μνημοσύνου, Γρηγόρη Πιερή Αυξεντίου

3 Μαρτίου 1957, ο Γρηγόρης Πιερή Αυξεντίου, ο Ζήδρος της ΕΟΚΑ, περνά στο Πάνθεο των Ηρώων. Η Ηρωική ψυχή φωλιάζει για πάντα εκεί ψηλά στα βουνά του Μαχαιρά. Παραμένει σαν Σταυραετός, ο Σταυραετός του Μαχαιρά, να μας καθοδηγεί και να μας θυμίζει το Χρέος.

Τι πιο όμορφο μνημόσυνο από το να αφήσουμε τα μάτια και την ψυχή ενός 16χρονου έφηβου να μας αναβιώσει το πώς έζησε ο Λαός μας τη θυσία του Ήρωα.

Παρατίθενται αποσπάσματα από το μυθιστόρημα για παιδιά, «Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΑΓΩΝΑΣ»
του Αντρέα Κωνσταντινίδη.

……

Και το «μαύρο κουτί», έτσι λέγαμε τελευταία το ραδιόφωνο, κάθε μέρα και μια καινούρια μαύρη είδηση. Κάθε μέρα κι ένα καινούριο χτύπημα στο καρφί που ‘μπαινε πιο βαθιά στην καρδιά του βασανισμένου λαού μας.

Σκοτωμούς…, συλλήψεις…, Φυλακίσεις…

Εμείς, είμαστε, πια, αρκετά μεγάλοι – έμπαινα κιόλας στα δεκαέξι – και παρακολουθούσαμε με θλίψη τη δύσκολη κατάσταση που περνούσε ο τόπος μας.

Ευτυχώς, ο Πάνος κατάφερνε, πάντοτε, να μας δίνει κουράγιο και να τονώνει και το ηθικό και την πίστη μας.

  • Τώρα είναι που ο κόσμος χρειάζεται να ψυχωθεί,

είπε μια νύχτα, που μας μάζεψε όλους κρυφά στην εκκλησία. Κι είδα, τότε, με μεγάλη χαρά, πως όλοι σχεδόν οι νέοι του χωριού μας ανήκαν στην οργάνωση. Θυμάμαι που κοίταζα με καμάρι το θείο μου το Λάκη, τον αδελφό της μάνας μου κι αυτός μου χαμογελούσε με σημασία.

Τον αγαπούσα πολύ, το θείο μου το Λάκη. ‘Ήταν ο μικρότερος θείος και κάναμε αρκετή παρέα, μα τώρα ήμουνα Περήφανος, γι’ αυτόν. Τώρα ήταν και κάτι άλλο από θείος.

Ήταν συναγωνιστής σ’ ένα αγώνα που δεν έπρεπε, για κανένα λόγο ν’ αποτύχει

  • Ο Αγώνας μας πρέπει να συνεχιστεί. Και θα συνεχιστεί, όσο σκληρός κι αν είναι

τόνισε ο Πάνος. Είναι διαταγή του Διγενή, συνέχισε, ν’ αρχίσουμε συστηματική διαφώτιση του λαού μας.

Μας εξήγησε το σχέδιό του και την επόμενη, κιόλας, νύχτα, γύρω στις οχτώ, ακούστηκε με ένα “τηλεβόα” η “Φωνή της Ε.Ο.Κ.Α.”

  • Εδώ ΕΟΚΑ Εδώ ΕΟΚΑ

αντιλάλησε το χωριό. Όλοι βγήκαν στις πόρτες και τα παράθυρα.

  • Έλληνες…

συνέχισε ο νυχτερινός ομιλητής από αντικρινή πλαγιά του βουνού μας.

  • Έλληνες! Από σήμερα θα μας ακούτε συχνά. Αυτό θα είναι το δικό σας ραδιόφωνο, η δική σας φωνή, η Φωνή των παιδιών σας, η Φωνή της EΟΚΑ, η Φωνή της Κύπρου μας…

Και πραγματικά, τούτος ο πρωτότυπος τρόπος διαφώτισης, έκαμε πάλι το θαύμα του. Όλοι μας, καρτερούσαμε να ‘ρθει η σειρά μας να μιλήσουμε, από τον πρωτότυπο Ραδιοσταθμό, στους χωριανούς μας. Κι όλοι οι χωριανοί λαχταρούσαν πότε να ξανακούσουν ζωντανή, αυτή, τη Φωνή της ΕΟΚΑ.

Ήξεραν, βέβαια, τις πιο πολλές Φορές – παρόλο που προσπαθούσαμε ν’ αλλάξουμε τη Φωνή μας – ποιοι ήταν που τους μιλούσαν, μα κανένας δεν έβγαζε τσιμουδιά. Όχι, γιατί Φοβόντουσαν από το πάθημα του Δώρου και της γυναίκας του, αλλά γιατί, τώρα, ένιωθαν τον αγώνα ολότελα δικό τους, βγαλμένο από τα ίδια τους τα σπλάχνα.

………..

Το δειλινό, μαζευτήκαμε όλοι στο δίχωρο του Γιωργή του Παραπάνου. Τούτο το δίχωρο, ήταν ένα πολύ μεγάλο δωμάτιο με μια σιδερένια «νεφκά» στη μέση, για να στηρίζονται τα δοκάρια της σκεπής, που ‘γερναν από τις δυο μεριές. Απ’ αυτή τη σιδερένια δοκό κρεμάσαμε μ’ ένα χοντρό σχοινί τη «σούσα», ένα είδος κούνιας για πολλούς, π’ αντί να κουνιέται μπροστά-πίσω, κουνιόταν προς τα πλάγια.

Κάθισαν πεντέξι κορίτσια στη σούσα κι εγώ με τον Αγγελή πεταχτήκαμε στ’ άρμενα. Τ’ άρμενα ήταν τα σχοινιά στις δυο άκρες της σούσας που κρέμονταν από τη δοκό.

Με μια κατάλληλη κίνηση που κάνε ο ένας, η σούσα πήγαινε προς τον άλλο. Κι ύστερα έκανε την ίδια κίνηση κι ο άλλος κι η σούσα ξαναρχότανε πίσω. Τούτη η κίνηση, ήταν ένα απότομο κάθισμα στα πόδια με ταυτόχρονο σπρώξιμο με τα χέρια και λεγότανε «κόττημα».

Κόττα, Αγγελή,

Φωνάζω κι αρχίζω την κατάλληλη κίνηση.

Κόττα, Νικολή,

Φωνάζει κι ο Αγγελής κι η σούσα παίρνει το δρόμο της, μια δεξιά και μια αριστερά.

Και τότε, ω τότε, αρχίζει το τραγούδι. Ένα τραγούδι π’ αναγαλλιάζει τις καρδιές μας. Ένα τραγούδι που ταιριάζει στη χαρά και στη μέρα…

Το ένα δίστιχο δέχεται το άλλο. Μέσα στην αγάπη μπλέκεται κι ο αγώνας. Κι είμαι σήμερα πολύ χαρούμενος.

Όλο το χωριό είναι χαρούμενο. Το τραγούδι αντιλαλεί ως πέρα στα βουνά, που το παίρνουν και το σκορπίζουν σ’ Ανατολή και Δύση, σε Βοριά και Νότο.

Ποιος να το ‘λεγε πως τούτη η χαρά, μέχρι το βράδυ, θα γινόταν πένθος; Ένα μαύρο πένθος που θα ‘σκιαζε απ’ άκρη σ’ άκρη το νησί μας.

Η ώρα κόντευε εφτά. Στο σπίτι του παππού μου, του Αριστόδημου, ήταν στρωμένα τα τραπέζια για τη Σήκωση. Είμαστε μαζεμένοι όλη η οικογένεια. Θείοι, θείες, ξαδέλφια και ξαδέλφες

Μοσχοβολούσαν Τα Φαγητά και τα ζυμαρικά που ετοίμασαν από νωρίς η γιαγιά, η μάνα κι οι θείες μου, Το ολοήμερα παιγνίδια και τα τραγούδια μας είχαν ανοίξει την όρεξη. Κι απόψε, μπορούσαμε να φάμε ό,τι θέλαμε κι όσο θέλαμε.

Κι όταν θα μισοτρώγαμε, θα παρακαλούσαμε, όπως πάντα, τον παππού, να δώσει το σύνθημα για το τραγούδι. Κι αυτός με τη γλυκιά, παραπονιάρικη φωνή του, θα μας έπαιρνε μακριά στη Μακεδονία μας, και σε χρόνους περασμένους. Θα μας τραγουδούσε τον «Παύλο Μελά», και τα μάτια του, καθώς θα τον συνοδεύαμε επαναλαμβάνοντας τα λόγια του τραγουδιού όπου έπρεπε, θα έλαμπαν υγρά.

…Απ’ τας Αθήνας τας τρανάς, γενναίο παλληκάρι,

ξεκίνησε για τα βουνά τα όπλα για να πάρει.

Παύλος Μελάς ελέγετο….

Κι όταν ο παππούς, θα εξιστορούσε με το τραγούδι του, το θάνατο του παλληκαριού, θα βλέπαμε τη γιαγιά μας να σκουπίζει τα μάτια της.

Απόψε, όμως, τίποτ’ απ’ όλ’ αυτά δεν έμελλε να γίνει…

  • Σαν όλοι καθίσαμε, πια, στο τραπέζι κι ήμασταν έτοιμοι να ριχτούμε στις πιατέλες, έφτασε η ώρα των «νέων» από το ραδιόφωνο.«Εδώ Κυπριακός Ραδιοφωνικός Σταθμός. Δελτίο Ειδήσεων…», αντήχησε η Φωνή του εκφωνητή.
  • Σιωπή, ν’ ακούσουμε και τα νέα,

φωνάξανε δυο τρεις κι όλοι σωπάσαμε μεμιάς.

Κι αυτό που ακούσαμε, μας έκαμε όλους να δακρύσουμε από τον πιο μικρό ως τον πιο μεγάλο. Δε θυμάμαι τι ακριβώς. είπε o εκφωνητής, μα αυτό που είχε σημασία, ήταν πως σήμερα, τρεις του Μάρτη, μια μέρα τόσο χαρούμενη, πριν λίγες ώρες μόνο, σκοτώθηκε στα βουνά του Μαχαιρά, ο Θρυλικός Αυξεντίου. Οι σύντροφοί του, συνελήφθησαν, συνέχισε o εκφωνητής, μ’ αυτός αρνήθηκε να παραδοθεί κι οι Δυνάμεις Ασφαλείας αναγκάστηκαν!!! να τον πυροβολήσουν!!!

Για πολλή ώρα κανένας δεν άνοιξε το στόμα του, Μερικοί έμειναν με το πηρούνι στο χέρι, και πολλά μισοδαγκωμένα πουρέκια έμειναν να καρτερούν με το στόμα τους ανοικτό.

Πάντα, βέβαια, λυπούμαστε για το θάνατο των παληκαριών μας, μ’ απόψε, όλοι νιώθαμε πως τούτος ο θάνατος, χτύπησε το ίδιό μας το σπίτι. Ο Αυξεντίου, ήταν καταζητούμενος από την πρώτη μέρα του Αγώνα, κι είχε γίνει θρύλος. Όλοι μας ξέραμε, πως ήταν από τους πιο στενούς συνεργάτες του Διγενή και θεωρείτο υπαρχηγός της ΕΟΚΑ. Ήταν το καμάρι της Κύπρου κι ο Φόβος κι ο τρόμος των Άγγλων. Είναι γι’ αυτό που ο θάνατός του, βύθισε σε πένθος, όλους κι όλη την Κύπρο.

Εικόνα που περιέχει άνδρας, ουρανός, ανθρώπινο πρόσωπο, άγαλμα

Το περιεχόμενο που δημιουργείται από τεχνολογία AI ενδέχεται να είναι εσφαλμένο. Κανένας δεν έφαγε, κανένας δε μίλησε, κανένας δε γέλασε, κανένας δεν τραγούδησε. Αργά-αργά, ένας-ένας σηκωθήκαμε και πήγαμε στο σπίτι μας. Τούτη η πρωτάκουστη Σήκωση, χωρίς Φαΐ, χωρίς τραγούδι, χωρίς γέλιο, έμεινε σημαδεμένη με το θάνατο του μεγαλύτερου ήρωα της Κύπρου, του Γρηγόρη Αυξεντίου. Τούτη τη νύχτα θα τη θυμάμαι, κάθε που με το Μάρτη, θ’ ανθίζουν οι αμυγδαλιές του χωριού μου, για να στεφανώσουν το γενναίο παλληκάρι, που όπως μάθαμε αργότερα, πολεμούσε για δέκα ολόκληρες ώρες μ’ εκατοντάδες Άγγλους. Κι αυτοί, μη μπορώντας να τον νικήσουν, τον έκαψαν ζωντανό, βρέχοντας το λημέρι του, με βενζίνη.

0 Shares
Κύλιση στην κορυφή