Πορεύσου όπου Λαχταράς Σολωμέ.
Πορεύσου όπου Λαχταράς Ισαάκ.
Ελεύθερος όπως αγαπάς.
Τάσος Ισαάκ – Σολωμός Σολωμού
Δύο ξαδέλφια. Δύο Ήρωες.
Μία Σημαία. Μία Πατρίδα.
Δεν είχαν άρματα, ούτε τίτλους και αξιώματα.
Δυο Νέοι ήταν, δυο ξαδέλφια.
Μια Μοτοσυκλέτα μονο ειχαν και το Δίκιο τους.
Δεν πήγαν σε μάχή.
Δεν ήθελαν δόξες και μεγαλεία.
Πηγαν μόνο να φωνάξουν για Δίκαιο, για Πατρίδα, για Ελευθερία.
Ο Τάσος Ισαάκ
Δεν πρόλαβε να δει το παιδί του.
Γύρισε πίσω. Για τον φίλο του. Για να σώσει μια ζωή.
Έδωσε την δική του… στα Γκρίζα Σκυλιά. Σε ζωντανή μετάδοση.
Και κανείς δεν τόλμησε….
Ούτε στρατιώτες. Ούτε ΟΗΕδες. Ούτε Αστυνομικοί.
Έμεινε εκεί για τον φίλο του, για την Πατρίδα.
Ο Σολωμός Σολωμού
Ξαδέλφια ήταν, χωριανοί. Τον έθαψε. Δεν άντεξε.
Πήγε… ανέβηκε…. Ελεύθερος.
Στον ιστό. Στην φωλιά των Σκυλιών.
Το πανί έπρεπε να κατεβεί, βρώμιζε το είναι του.
Το σκυλί κρυμμένο, τον βρήκε στο λαιμό.
Δεν έπεσε… πέταξε. Ελεύθερος.
Εκεί που αγαπούσε.
Δεν έπεσαν
Στάθηκαν όρθιοι, μέχρι τέλους.
Εκεί έμειναν. Στη Ζώνη τη Νεκρή.
Στη Ζώνη που ζωντάνεψαν.
Δεν ήταν ήρωες. Δικά μας παιδιά ήταν.
Δεν πήγαν να σκοτώσουν. Ούτε να Δοξαστούν.
Να φωνάξουν ήθελαν, Για Δίκαιο, για Πατρίδα, για Ελευθερία.
Ο Τάσος Ισαάκ
Χρονικό της Θυσίας
11 Αυγούστου 1996
Μέρα μεσημέρι. Στην Πράσινη Γραμμή.
Αντικατοχική πορεία. Μοτοσυκλέτες από όλη την Ευρώπη.
Ο Τάσος ένας απ’ αυτούς.
Η Τουρκία απείλησε.
Ο Ντενκτάς φώναξε τους Γκρίζους Λύκους.
Η Κυπριακή Αστυνομία έκανε πίσω.
Οι ΟΗΕδες ένιψαν τα χέρια.
Οι διαδηλωτές χτυπήθηκαν.
Ένα παλληκάρι εγκλωβίστηκε, ο Τάσος γύρισε πίσω.
Τα σκυλιά τον κύκλωσαν.
Δέκα, είκοσι. Πέτρες, ρόπαλα, λοστούς.
Αυτός Όρθιος, σε ζωντανή μετάδοση.
Κανείς δεν μπήκε.
Ούτε Έλληνας στρατιώτης. Ούτε Ελληνοκύπριος αστυνομικός.
Ούτε κυανόκρανος.
Κανένας.
Ο Τάσος έμεινε κάτω.
Το σώμα του άψυχο, γυμνό, γεμάτο αίμα. Το κεφάλι σπασμένο.
Η ψυχή ψηλά.
Η γυναίκα του έγκυος. Η κόρη του κόρη μας.
Ο Σολωμός Σολωμού
Η Ανάβαση
14 Αυγούστου 1996.
Τρεις μέρες μετά. Κηδεία Τάσου Ισαάκ.
Ο Σολωμός μπροστά.
Ξάδελφος. Χωριανός. Αίμα. Με τα χέρια του έθαψε τον Τάσο.
Δεν μιλούσε, έβραζε.
Δικαιοσύνη ήθελε, όχι εκδικηση.
Καθαρό αέρα ζητούσε
Μόνος, Ελεύθερος, Βήμα σταθερό, το τελευταίο τσιγάρο βοηθός.
Το πανί τον τρελαίνει.
Ανέβηκε. Ύψωσε το χέρι. Άγγιξε το σκοινί.
…..
Μια σφαίρα, στο λαιμό.
Έπεσε πίσω.
Ήρεμος.
Ελεύθερος.
Το πανί δεν κατέβηκε. Μας το άφησε…
Χρέος.
Η Υπαίτιοι που Δεν Πλήρωσαν.
Οι δολοφόνοι γνωστοί.
Ονόματα, πρόσωπα, βαθμοί.
Κενάν. Αρσλάν. Γιλμάζ. Εργκούν. Κορελί. Αρικλί.
Καταζητούνται λέει.
Που και πως, που είναι;
Στα κατεχόμενα .
Προστατευμένοι. Τιμημένοι. «Υπουργοί».
Εκεί που πάμε για φθηνα καυσιμα.
Περνουμε από δίπλα τους, τους χαιρετούμε.
Το αίμα του Σολομού καίει. Πρέπει να το σβήσουμε.
Η Μνήμη του Ισαάκ τρομάζει. Πρέπει να κρυφτεί.
«Να μην ανάψουν τα πνεύματα…»
Να ξεχάσουμε. Να ησυχάσουμε.
Ο Τάσος και ο Σολωμός, δεν ζητούν εκδίκηση.
Να μη ξεχαστούν Ζητούν.
Και να μην ξεπουληθεί η Γη τους.
Ξανά.
Η Μνήμη που Δεν Πεθαίνει.
Πορεία. Τιμή. Λευτεριά.
Τον Τάσο και τον Σολωμό δεν τους θάψαμε εκείνο τον Αύγουστο.
Τους κουβαλά η ψυχή των συναγωνιστών τους.
Το πείσμα ενός Έλληνα που αρνείται να τους αφήσει.
Κάθε Αύγουστο η ψυχή τους βρυχάται στο μαρσάρισμα αυτών που δεν ξέχασαν.
Από Πάφο, Λεμεσό, Λάρνακα, Λευκωσία.
Κατεβαίνουν στην Δερύνεια.
Χιλιάδες.
Με κράνη, σημαίες, μπλουζάκια.
Με τη μορφή τους στην πλάτη.
Όχι για χαβαλέ, Για μνήμη.
Κάθε χρόνο.
Κάθε Αύγουστο.
Σαν να μην πέρασε ούτε μέρα.
Άλλοι τους λένε ήρωες. Άλλοι τους λέν τρελούς.
Εκείνοι όμως πορεύτηκαν όπως λαχταρούσαν.
Με καρδιά, με ψυχή, με μαγκιά.
ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ

